Όπως επισημαίνει η κ. Πετρουλάκη, στη χώρα μας οι δομές “Σπίτι του Παιδιού” είναι τόσο λίγες και τόσο υποστελεχωμένες, που δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε κάτι τέτοιο. «Εδώ οι αρχές δεν είναι καν ικανές να διαπιστώσουν αν έχει διαπραχθεί το αδίκημα, ενώ είναι δική τους δουλειά. Δεν είναι της μητέρας που το υποψιάστηκε ή ενός τετράχρονου παιδιού, που το είπε. Βάζουν τις υποθέσεις στο αρχείο, παίρνουν τα παιδιά από τον ασφαλή γονέα και τα δίνουν στον καταγγελθέντα ως δράστη. Κι όσο περισσότερο αντιλαμβάνονται οι δράστες ενδοικογενειακής βίας ότι δεν υπάρχει καμία συνέπεια, ότι έχουν εγκλωβίσει την μητέρα και είναι υπό τον έλεγχο τους, ακόμη και δια νόμου όπως συμβαίνει όταν έχουν παιδιά μαζί της, τόσο χειρότεροι γίνονται, τόσο αυξάνεται η επικινδυνότητά τους.

“Είναι προφανές ότι αυτό το σύστημα έχει φοβερές επιπτώσεις στα θύματα: τη δευτερογενή θυματοποίηση, το φόβο, τις διάφορες συναισθηματικές επιπτώσεις από εξάντληση μέχρι ενοχές των παιδιών, μέχρι και να θεωρούν ότι η κακοποίηση δεν είναι κάτι κακό» εξηγεί η Πετρουλάκη φέρνοντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Την υπόθεση κατά την οποία επετράπη σε πατέρα να προσεγγίζει τη μητέρα αναφορικά με την επικοινωνία για την επιμέλεια των παιδιών. «Αυτό το έχουμε δει ξανά και ξανά στα ασφαλιστικά μέτρα, αλλά τώρα το είδαμε και σε περιοριστικούς όρους ποινικού δικαστηρίου. Αντιλαμβανόμαστε πλέον ότι είναι σαν να μην έχουν διέξοδο οι δικαστές. Γιατί όταν το δικαστήριο αποφασίζει να βάλει πολύ αυστηρούς περιοριστικούς όρους και στο τέλος αναγκάζεται να υποχωρήσει στην απαίτηση “πώς θα βλέπει τα παιδιά του” καταλαβαίνεις ότι κάτι πάει πάρα πολύ στραβά”.

Δείτε ΕΔΩ το άρθρο της Εφημερίδας των Συντακτών